Αναγεννησιακή αρχιτεκτονική


Η Αναγεννησιακή αρχιτεκτονική είναι η ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική τής περιόδου μεταξύ των αρχών του 15ου και των αρχών του 16ου αι. σε διαφορετικές περιοχές, καταδεικνύοντας μία συνειδητή αναβίωση και ανάπτυξη ορισμένων στοιχείων της αρχαίας ελληνικής και ρωμαϊκής σκέψης και του υλικού πολιτισμού. Στυλιστικά, η αναγεννησιακή αρχιτεκτονική ακολούθησε τη γοτθική αρχιτεκτονική και τη διαδέχτηκαν η μπαρόκ αρχιτεκτονική και η νεοκλασική αρχιτεκτονική.
Αναπτύχθηκε πρώτα στη Φλωρεντία, με τον Φιλίππο Μπρουνελέσκι ως έναν από τους καινοτόμους της, και ο αναγεννησιακός ρυθμός εξαπλώθηκε γρήγορα σε άλλες ιταλικές πόλεις. Ο ρυθμός μεταφέρθηκε σε άλλα μέρη της Ευρώπης σε διαφορετικές χρονολογίες και με ποικίλους βαθμούς επιρροής. Ξεκίνησε στη Φλωρεντία στις αρχές του 15ου αι. και αντανακλούσε μία αναβίωση των κλασικών ελληνικών και ρωμαϊκών αρχών, όπως η συμμετρία, η αναλογία και η γεωμετρία. Αυτό το κίνημα υποστηρίχθηκε από πλούσιους προστάτες, συμπεριλαμβανομένης της οικογένειας των Μεδίκων και της Καθολικής Εκκλησίας, οι οποίοι παρήγγειλαν έργα για να επιδείξουν τόσο θρησκευτική αφοσίωση, όσο και πολιτική δύναμη. Αρχιτέκτονες όπως ο Φιλίπο Μπρουνελέσκι, ο Λέον Μπατίστα Αλμπέρτι και αργότερα ο Αντρέα Παλλάντιο έφεραν επανάσταση στα αστικά τοπία με θόλους, κίονες και αρμονικές προσόψεις. Ενώ η αναγεννησιακή αρχιτεκτονική άκμασε περισσότερο στην Ιταλία, η επιρροή της εξαπλώθηκε σε όλη την Ευρώπη φτάνοντας στη Γαλλία, την Ισπανία και τις Κάτω Χώρες, προσαρμοζόμενη στις τοπικές παραδόσεις. Τα δημόσια κτίρια, οι εκκλησίες και τα παλάτια έγιναν σύμβολα της αστικής υπερηφάνειας και της αυτοκρατορικής δύναμης, συνδέοντας τον ουμανισμό με την οικοδόμηση αυτοκρατορίας.
Το αναγεννησιακό στυλ δίνει έμφαση στη συμμετρία, την αναλογία, τη γεωμετρία και την κανονικότητα των μερών, όπως αποδεικνύεται στην αρχιτεκτονική της κλασικής αρχαιότητας και ιδιαίτερα στην αρχαία ελληνική αρχιτεκτονική, από την οποία έχουν διασωθεί πολλά παραδείγματα. Οι εύτακτες διατάξεις κιόνων, παραστάδων και υπέρθυρων, καθώς και η χρήση ημικυκλικών τόξων, ημισφαιρικών τρούλων, κογχών και ναΐσκων αντικατέστησαν τα πιο σύνθετα αναλογικά συστήματα και τα ακανόνιστα προφίλ των μεσαιωνικών κτιρίων.
Ιστοριογραφία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Η λέξη «Αναγέννηση» προέρχεται από τον όρο rinascita, που σημαίνει αναγέννηση, και εμφανίστηκε για πρώτη φορά στο έργο του Τζόρτζιο Βαζάρι «Βίοι των πιο εξαιρετικών ζωγράφων, γλυπτών και αρχιτεκτόνων», το 1550.
Αν και ο όρος Αναγέννηση χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά από τον Γάλλο ιστορικό Ζυλ Μισελέ, ο πιο διαρκής ορισμός του δόθηκε από τον Ελβετό ιστορικό Γιάκομπ Μπούρκχαρντ, του οποίου το βιβλίο «Ο Πολιτισμός της Αναγέννησης στην Ιταλία», 1860, επηρέασε την ανάπτυξη της σύγχρονης ερμηνείας της Ιταλικής Αναγέννησης. Το φύλλο των μετρημένων σχεδίων Édifices de Rome moderne; ou, Recueil des palais, maisons, églises, couvents et autres monuments (Τα κτίρια της σύγχρονης Ρώμης), που πρωτοεκδόθηκε το 1840 από τον Πωλ Λεταρουγί, έπαιξαν επίσης σημαντικό ρόλο στην αναβίωση του ενδιαφέροντος σε αυτήν την περίοδο. Βλέπε και Έρβιν Πανόφσκι, Αναγέννηση και Αναγεννήσεις στη Δυτική Τέχνη, (Νέα Υόρκη: Harper and Row, 1960) Το αναγεννησιακό ύφος αναγνωρίστηκε από τους συγχρόνους με τον όρο "all' antica" ή "με τον αρχαίο τρόπο" (των Ελλήνων).
Κύριες φάσεις
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι ιστορικοί συχνά διαιρούν την Αναγέννηση στην Ιταλία σε τρεις φάσεις. [note 1] Ενώ οι ιστορικοί τέχνης μπορεί να μιλούν για μία περίοδο της Πρώιμης Αναγέννησης, στην οποία περιλαμβάνουν εξελίξεις στη ζωγραφική και τη γλυπτική του 14ου αι., αυτό συνήθως δεν ισχύει στην ιστορία της αρχιτεκτονικής. Οι ζοφερές οικονομικές συνθήκες του τέλους του 14ου αι. δεν παρήγαγαν κτίρια, που να θεωρούνται μέρος της Αναγέννησης. Ως αποτέλεσμα, η λέξη Αναγέννηση μεταξύ των ιστορικών της αρχιτεκτονικής εφαρμόζεται συνήθως στην περίοδο από το 1400 έως π. το 1525 ή αργότερα στην περίπτωση των μη ιταλικών Αναγεννήσεων.
Οι ιστορικοί χρησιμοποιούν συχνά τις ακόλουθες ονομασίες:
- Κουατροτσέντο (1400-1499)
Κατά τη διάρκεια του Quattrocento, [note 2], γνωστή και ως Πρώιμη Αναγέννηση, [note 3] διερευνήθηκαν οι έννοιες της αρχιτεκτονικής τάξης και διατυπώθηκαν κανόνες. Η μελέτη της κλασικής αρχαιότητας οδήγησε ιδιαίτερα στην υιοθέτηση της κλασικής λεπτομέρειας και διακόσμησης. Ο χώρος, ως στοιχείο της αρχιτεκτονικής, χρησιμοποιήθηκε διαφορετικά από ό,τι στον Μεσαίωνα. Ο χώρος οργανώθηκε με βάση την αναλογική λογική, η μορφή και ο ρυθμός του υποτάχθηκαν στη γεωμετρία, αντί να δημιουργούνται από τη διαίσθηση, όπως στα μεσαιωνικά κτίρια. Το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αυτού είναι η βασιλική του Σαν Λορέντσο στη Φλωρεντία, έργο του Φιλίππο Μπρουνελέσκι (1377–1446).
- Υψηλή Αναγέννηση (π. 1500–1525)
Κατά την Ύστερη Αναγέννηση, αναπτύχθηκαν και χρησιμοποιήθηκαν με μεγαλύτερη σιγουριά έννοιες, που προέρχονταν από την κλασική αρχαιότητα. Ο πιο αντιπροσωπευτικός αρχιτέκτονας είναι ο Ντονάτο Μπραμάντε (1444–1514), ο οποίος επέκτεινε την εφαρμογή της κλασικής αρχιτεκτονικής σε σύγχρονα κτίρια. Το έργο του Tεμπιέτο ντι Σαν Πιέτρο ιν Μοντόριo (1503) είναι άμεσα εμπνευσμένο από κυκλικούς ρωμαϊκούς ναούς. Ωστόσο, δεν ήταν σχεδόν κάθολου σκλάβος των κλασικών μορφών, και το στυλ του ήταν αυτό που έμελλε να κυριαρχήσει στην ιταλική αρχιτεκτονική τον 16ο αι.
- Μανιερισμός (π. 1520–1600)

Κατά την περίοδο του Μανιερισμού, οι αρχιτέκτονες πειραματίστηκαν χρησιμοποιώντας αρχιτεκτονικές μορφές, για να δώσουν έμφαση στις στερεές και χωρικές σχέσεις. Το ιδανικό της αρμονίας της Αναγέννησης έδωσε τη θέση του σε πιο ελεύθερους και ευφάνταστους ρυθμούς. Ο πιο γνωστός αρχιτέκτονας που συνδέεται με το μανιεριστικό στυλ, ήταν ο Μιχαήλ Άγγελος (1475–1564), ο οποίος χρησιμοποιούσε συχνά τον γιγαντιαίο ρυθμό στην αρχιτεκτονική του: μία μεγάλη παραστάδα που εκτείνεται από το κάτω μέρος έως την κορυφή μίας πρόσοψης. Το χρησιμοποίησε αυτό στο σχέδιό του για την Πιάτσα ντελ Καμπιντόλιο στη Ρώμη. Πριν από τον 20ό αι., ο όρος Μανιερισμός είχε αρνητική έννοια, αλλά τώρα χρησιμοποιείται για να περιγράψει την ιστορική περίοδο με πιο γενικούς, μη επικριτικούς όρους.
- Από την Αναγέννηση στο Μπαρόκ
Καθώς ο νέος αρχιτεκτονικός ρυθμός εξαπλώθηκε από την Ιταλία, οι περισσότερες άλλες ευρωπαϊκές χώρες ανέπτυξαν ένα είδος πρωτο-αναγεννησιακού ρυθμού, πριν από την κατασκευή πλήρως διαμορφωμένων αναγεννησιακών κτιρίων. Κάθε χώρα με τη σειρά της μπόλιασε στη συνέχεια τις δικές της αρχιτεκτονικές παραδόσεις στον νέο ρυθμό, έτσι ώστε τα αναγεννησιακά κτίρια σε όλη την Ευρώπη να διαφοροποιούνται ανά περιοχή. Στην Ιταλία, η εξέλιξη της αναγεννησιακής αρχιτεκτονικής στον μανιερισμό, με ευρέως αποκλίνουσες τάσεις στο έργο των Μιχαήλ Άγγελου, Τζούλιο Ρομάνο και Αντρέα Παλλάντιο, οδήγησε στον μπαρόκ ρυθμό, στον οποίο το ίδιο αρχιτεκτονικό λεξιλόγιο χρησιμοποιήθηκε για πολύ διαφορετική ρητορική. Εκτός Ιταλίας, η μπαρόκ αρχιτεκτονική ήταν πιο διαδεδομένη και πλήρως ανεπτυγμένη από το αναγεννησιακό στυλ, με σημαντικά κτίρια τόσο μακριά όσο το Μεξικό [note 4] και οι Φιλιππίνες. [note 5]
Ιστορία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Ανάπτυξη στην Ιταλία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Η Ιταλία του 15ου αι., και ιδιαίτερα η πόλη της Φλωρεντίας, ήταν η πατρίδα της Αναγέννησης. Στη Φλωρεντία ξεκίνησε το νέο αρχιτεκτονικό στυλ, όχι εξελισσόμενο αργά με τον τρόπο που η γοτθική αρχιτεκτονική αναπτύχθηκε από τον ρομανικό ρυθμό, αλλά συνειδητά υλοποιημένο από συγκεκριμένους αρχιτέκτονες, που επιδίωξαν να αναβιώσουν την τάξη μίας περασμένης «Χρυσής Εποχής». Η επιστημονική προσέγγιση της αρχιτεκτονικής της αρχαίας εποχής, συνέπεσε με τη γενική αναβίωση της μάθησης. Μία σειρά από παράγοντες έπαιξαν ρόλο στην επίτευξη αυτού του στόχου.

Αρχιτεκτονικός παράγοντας
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Οι Ιταλοί αρχιτέκτονες ανέκαθεν προτιμούσαν μορφές που ήταν σαφώς καθορισμένες, και δομικά στοιχεία που εξέφραζαν τον σκοπό τους. Πολλά κτίρια σε τοσκανικό ρομανικό ρυθμό επιδεικνύουν αυτά τα χαρακτηριστικά, όπως φαίνεται στο Βαπτιστήριο της Φλωρεντίας και στον Καθεδρικό Ναό της Πίζας.
Η Ιταλία δεν είχε ποτέ υιοθετήσει πλήρως τον γοτθικό αρχιτεκτονικό ρυθμό. Εκτός από τον Καθεδρικό Ναό του Μιλάνου (επηρεασμένο από το γαλλικό Ακτινοβόλο Γοτθικό ύφος), λίγες ιταλικές εκκλησίες δείχνουν την έμφαση στην κατακόρυφο, τους συστάδην άξονες, τα περίτεχνα διακοσμητικά και τις περίπλοκες νευρώσεις, που χαρακτηρίζουν τη γοτθική αρχιτεκτονική σε άλλα μέρη της Ευρώπης.
Η παρουσία, ιδιαίτερα στη Ρώμη, αρχαίων αρχιτεκτονικών καταλοίπων που φανέρωναν το με τάξη κλασικό ύφος, αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για τους καλλιτέχνες, σε μία εποχή που η φιλοσοφία στρέφονταν και αυτή προς το κλασικό.
Πολιτικός παράγοντας
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Τον 15ο αι. η Φλωρεντία και η Βενετία επέκτειναν την εξουσία τους σε μεγάλο μέρος της περιοχής που τις περιέβαλλε, καθιστώντας δυνατή την μετακίνηση καλλιτεχνών. Αυτό επέτρεψε στη Φλωρεντία να ασκήσει σημαντική καλλιτεχνική επιρροή στο Μιλάνο και, μέσω του Μιλάνου, στη Γαλλία.
Το 1377, η επιστροφή του πάπα από την Αβινιόν και η επανίδρυση της Παπικής αυλής στη Ρώμη, έφερε πλούτο και σημασία στην πόλη, καθώς και μία ανανέωση της σημασίας του πάπα στην Ιταλία, η οποία ενισχύθηκε περαιτέρω από τη Σύνοδο της Κωνσταντίας το 1417. Οι διαδοχικοί πάπες, ιδιαίτερα ο Ιούλιος Β΄, 1503–13, επιδίωξαν να επεκτείνουν την κοσμική εξουσία του Παπισμού σε όλη την Ιταλία.
Εμπορικός παράγοντας
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Στις αρχές της Αναγέννησης, η Βενετία έλεγχε το θαλάσσιο εμπόριο αγαθών από την Ανατολή. Οι μεγάλες πόλεις της Βόρειας Ιταλίας άκμασαν χάρη στο εμπόριο με την υπόλοιπη Ευρώπη, με τη Γένοβα να αποτελεί λιμάνι για τα αγαθά της Γαλλίας και της Ισπανίας, ενώ το Μιλάνο και το Τορίνο ήταν κέντρα χερσαίου εμπορίου και διατηρούσαν σημαντικές βιομηχανίες μεταλλουργίας. Το εμπόριο έφερνε μαλλί από την Αγγλία στη Φλωρεντία, η οποία βρισκόταν σε ιδανική τοποθεσία στις όχθες του ποταμού για την παραγωγή λεπτών υφασμάτων, μίας βιομηχανίας στην οποία βασιζόταν ο πλούτος της. Κυριαρχώντας στην Πίζα, η Φλωρεντία απέκτησε ένα λιμάνι και έγινε το ισχυρότερο κράτος στην Τοσκάνη. Σε αυτό το εμπορικό κλίμα, μία συγκεκριμένη οικογένεια έστρεψε την προσοχή της από το εμπόριο στην επικερδή επιχείρηση του δανεισμού χρημάτων: οι Μέδικοι έγιναν οι κύριοι τραπεζίτες των πριγκίπων της Ευρώπης, και έτσι έγιναν ουσιαστικά οι ίδιοι πρίγκιπες, λόγω τόσο του πλούτου, όσο και της επιρροής τους. Κατά μήκος των εμπορικών δρόμων, στους οποίους προσφέρονταν κάποια προστασία από το εμπορικό συμφέρον, δεν διακινούνταν μόνο εμπορεύματα, αλλά και καλλιτέχνες, επιστήμονες και φιλόσοφοι.

Θρησκευτικός παράγοντας
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Η επιστροφή του πάπα Γρηγορίου ΙΑ΄ από την Αβινιόν τον Σεπτέμβριο του 1377 και η επακόλουθη νέα έμφαση στη Ρώμη ως κέντρο της χριστιανικής πνευματικότητας, προκάλεσε μία αύξηση στην κατασκευή εκκλησιών στη Ρώμη, η οποία δεν είχε πραγματοποιηθεί εδώ και σχεδόν χίλια χρόνια. Αυτό ξεκίνησε στα μέσα του 15ου αι. και απέκτησε δυναμική τον 16ο αι., φτάνοντας στο αποκορύφωμά του κατά την περίοδο του Μπαρόκ. Η κατασκευή της Καπέλας Σιξτίνας με τις μοναδικά σημαντικές διακοσμήσεις της και η ολόκληρη ανοικοδόμηση της βασιλικής του Αγίου Πέτρου, μίας από τις σημαντικότερες εκκλησίες του Χριστιανισμού, ήταν μέρος αυτής της διαδικασίας. [3]
Στην πλούσια Δημοκρατία της Φλωρεντίας, η ώθηση για την οικοδόμηση εκκλησιών ήταν περισσότερο αστική, παρά πνευματική. Η ημιτελής κατάσταση του τεράστιου Καθεδρικού Ναού της Φλωρεντίας, αφιερωμένου στην Παναγία, δεν τιμούσε την πόλη που βρισκόταν υπό την προστασία της. Ωστόσο, καθώς βρέθηκαν η τεχνολογία και η χρηματοδότηση για την ολοκλήρωσή του, ο ανερχόμενος τρούλος απέδωσε τα εύσημα όχι μόνο στην Παναγία, τον αρχιτέκτονά της και την Εκκλησία, αλλά και στη Σινιορία, τις Συντεχνίες και τους τομείς της πόλης, από τους οποίους αντλήθηκε το εργατικό δυναμικό για την κατασκευή του. Ο τρούλος ενέπνευσε περαιτέρω θρησκευτικά έργα στη Φλωρεντία.
Φιλοσοφικός παράγοντας
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Η ανάπτυξη των έντυπων βιβλίων, η ανακάλυψη αρχαίων γραπτών κειμένων, η επέκταση των πολιτικών και εμπορικών επαφών και η εξερεύνηση του κόσμου, αύξησαν τη γνώση και την επιθυμία για εκπαίδευση.
Η ερμηνεία φιλοσοφιών που δεν βασίζονταν στη χριστιανική θεολογία, οδήγησε στην ανάπτυξη του ουμανισμού, μέσω του οποίου ήταν σαφές, ότι ενώ ο Θεός είχε εγκαθιδρύσει και διατηρούσε την τάξη στο Σύμπαν, ο ρόλος του Ανθρώπου ήταν να εγκαθιδρύσει και να διατηρήσει την τάξη στην Κοινωνία. [4]
Αστικός παράγοντας
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Μέσω του ανθρωπισμού, η πολιτική υπερηφάνεια και η προώθηση της πολιτικής ειρήνης και τάξης θεωρούνταν ως σημάδια της ιδιότητας του πολίτη. Αυτό οδήγησε στην κατασκευή κτιρίων όπως το Οσπεντάλε ντελι Ιννοτσέντι του Μπρουνελέσκι με την κομψή κιονοστοιχία του, που σχηματίζει έναν σύνδεσμο μεταξύ του φιλανθρωπικού κτιρίου και της δημόσιας πλατείας, και η Λαυρεντιανή Βιβλιοθήκη, όπου οι μελετητές μπορούσαν να συμβουλευτούν τη συλλογή βιβλίων, που είχε δημιουργήσει η οικογένεια των Μεδίκων.
Ορισμένα σημαντικά εκκλησιαστικά οικοδομικά έργα ανατέθηκαν επίσης, όχι από την εκκλησία, αλλά από συντεχνίες, που αντιπροσώπευαν τον πλούτο και τη δύναμη της πόλης. Ο τρούλος του Μπρουνελέσκι στον Καθεδρικό Ναό της Φλωρεντίας, περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο κτίριο, ανήκε στον πληθυσμό, επειδή η κατασκευή καθενός από τα οκτώ τμήματα επιτεύχθηκε από διαφορετική περιοχή της πόλης.

Προστασίας παράγοντας
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Όπως και στην Πλατωνική Ακαδημία των Αθηνών, οι ουμανιστές θεωρούσαν ότι οι άνθρωποι που είχαν το πλεονέκτημα του πλούτου και της εκπαίδευσης, όφειλαν να προωθούν την επιδίωξη της μάθησης και τη δημιουργία αυτού που ήταν ωραίο. Για τον σκοπό αυτό, πλούσιες οικογένειες —οι Μέδικοι της Φλωρεντίας, οι Γκοντζάγκα της Μάντουα, οι Φαρνέζε στη Ρώμη, οι Σφόρτσα στο Μιλάνο— συγκέντρωσαν γύρω τους ανθρώπους με γνώσεις και ικανότητες, προωθώντας τις δεξιότητες και δημιουργώντας θέσεις εργασίας για τους πιο ταλαντούχους καλλιτέχνες και αρχιτέκτονες της εποχής τους.
Η άνοδος της αρχιτεκτονικής θεωρίας
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Κατά την Αναγέννηση, η αρχιτεκτονική έγινε όχι μόνο ζήτημα πρακτικής, αλλά και θέμα θεωρητικής συζήτησης. Η τυπογραφία έπαιξε σημαντικό ρόλο στη διάδοση των ιδεών.
- Η πρώτη πραγματεία για την αρχιτεκτονική ήταν η De re aedificatoria («Σχετικά με το Θέμα της Οικοδόμησης») του Λέον Μπατίστα Αλμπέρτι το 1450. Σε κάποιο βαθμό εξαρτιόταν από το έργο του Βιτρούβιου «Περί αρχιτεκτονικής», ένα χειρόγραφο του οποίου ανακαλύφθηκε το 1414 σε μία βιβλιοθήκη στην Ελβετία. Το "De re aedificatoria" το 1485 έγινε το πρώτο τυπωμένο βιβλίο για την αρχιτεκτονική.
- Ο Σεμπαστιάνο Σέρλιο (1475 – π. 1554) συνέγραψε το επόμενο σημαντικό κείμενο, ο πρώτος τόμος του οποίου δημοσιεύτηκε στη Βενετία το 1537. Είχε τον τίτλο Regole generali d'architettura («Γενικοί Κανόνες της Αρχιτεκτονικής»). Είναι γνωστό ως το «Τέταρτο Βιβλίο» του Σέρλιο, καθώς ήταν το τέταρτο στο αρχικό σχέδιο του Σέρλιο για μία πραγματεία σε επτά βιβλία. Συνολικά, εκδόθηκαν πέντε βιβλία.
- Το 1570 ο Aντρέα Παλλάντιo (1508–1580) δημοσίευσε το I quattro libri dell'architettura ("Τα τέσσερα βιβλία της αρχιτεκτονικής") στη Βενετία. Αυτό το βιβλίο τυπώθηκε ευρέως, και συνέβαλε σε μεγάλο βαθμό στη διάδοση των ιδεών της Αναγέννησης σε όλη την Ευρώπη. Όλα αυτά τα βιβλία προορίζονταν για ανάγνωση και μελέτη όχι μόνο από αρχιτέκτονες, αλλά και από χορηγούς.
Η εξάπλωση της Αναγέννησης στην Ιταλία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Τον 15ο αι. οι αυλές ορισμένων άλλων ιταλικών κρατών έγιναν κέντρα διάδοσης της φιλοσοφίας, της τέχνης και της αρχιτεκτονικής της Αναγέννησης.
Στη Μάντοβα, στην αυλή των Γκονζάγκα, ο Αλμπέρτι σχεδίασε δύο εκκλησίες, τη βασιλική του Αγίου Ανδρέα και αυτή τού Σαν Σεμπαστιάνο.
Το Ουρμπίνο ήταν ένα σημαντικό κέντρο με το Δουκικό Παλάτι να κατασκευάζεται για τον Φεντερίκο ντα Μοντεφέλτρο στα μέσα του 15ου αι. Ο δούκας προσέλαβε τον Λουτσιάνο Λαουράνα από τη Δαλματία, φημισμένο για την εμπειρία του στην οχύρωση. Ο σχεδιασμός ενσωματώνει μεγάλο μέρος του παλαιότερου μεσαιωνικού κτιρίου, και περιλαμβάνει μία ασυνήθιστη τριώροφη πρόσοψη με πυργίσκους. Ο Λαουράνα είχε βοηθό τον Φραντσέσκο ντι Τζόρτζιο Μαρτίνι. Τα μεταγενέστερα τμήματα του κτιρίου είναι σαφώς φλωρεντινού στιλ, ιδιαίτερα η εσωτερική αυλή, αλλά δεν είναι γνωστό ποιος ήταν ο σχεδιαστής. [5]
Η Φεράρα, υπό την κυριαρχία των Έστε, επεκτάθηκε στα τέλη του 15ου αι., με την κατασκευή αρκετών νέων παλατιών, όπως το Παλάτσο ντεϊ Ντιαμάντι και το Παλάτσο Σκιφανόια για τον Μπόρσο των Έστε.
Στο Μιλάνο, υπό την ηγεσία των Βισκόντι, ολοκληρώθηκε η Τσερτόζα ντι Παβία και αργότερα, υπό την ηγεσία των Σφόρτσα, κτίστηκε το Καστέλο Σφορτσέσκο.

Η βενετσιάνικη αναγεννησιακή αρχιτεκτονική ανέπτυξε έναν ιδιαίτερα ιδιαίτερο χαρακτήρα, λόγω των τοπικών συνθηκών. Η πρόσοψη του Σαν Ζακαρία έλαβε την αναγεννησιακή της μορφή από τους Αντόνιο Γκαμπέλο και Μάουρο Κοντούσι, η οποία ξεκίνησε τη δεκαετία του 1480. [6] Ο Τζιοβάννι Μαρία Φαλκονέτο, ο Βερονέζος αρχιτέκτονας-γλύπτης, εισήγαγε την αναγεννησιακή αρχιτεκτονική στην Πάντοβα με τη Λότζια και το Ωδείο Κορνάρο στον κήπο του Αλβίζε Κορνάρο.
Στη νότια Ιταλία, οι διδάσκαλοι της Αναγέννησης κλήθηκαν στη Νάπολη από τον Αλφόνσο Ε΄ της Αραγωνίας μετά την κατάκτηση του βασιλείου της Νάπολης. Τα πιο αξιοσημείωτα παραδείγματα αναγεννησιακής αρχιτεκτονικής σε αυτή την πόλη είναι η Καπέλα Καρακιόλo, που αποδίδεται στον Μπραμάντε, και το Παλάτσο Ορσίνι ντι Γκραβίνα, που κτίστηκε από τον Γκαμπριέλε ντ' Άντζελo μεταξύ 1513 και 1549.
Δείτε επίσης
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- Λίστα κτιρίων της Αναγέννησης
Σημειώσεις
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- ↑ Some architectural histories e.g. Sir Banister Fletcher, include Baroque as a phase of Renaissance architecture. Because of its extent, diversity and deviation from the Classical it is not included here and is the subject of a main article.
- ↑ The Italian translates literally to "fourteen-hundred" and coincides with the English "fifteenth century".
- ↑ The Early Renaissance in architecture is most applicable to developments in Venice, where there was a more fluid development between medieval and Renaissance styles than in Florence.[2]
- ↑ Cathedral of Chihuahua, 1725–1826
- ↑ Basilica Minore del Santo Niño, present structure 1735–39
Παραπομπές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- 1 2 Grundmann, Stefan, επιμ. (1998). «High Renaissance and Mannerism – Tempietto». The Architecture of Rome: An Architectural History in 400 Individual Presentations (2nd Revised έκδοση). Stuttgart and London: Edition Axel Menges. σελίδες 123–125. ISBN 978-3-936681-16-1. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο
|archive-url=requires|url=(βοήθεια) στις 22 Νοεμβρίου 2022.Η παράμετρος |access-date=χρειάζεται|url=(βοήθεια) - ↑ John McAndrew Venetian Architecture of the Early Renaissance (Cambridge, MA: The MIT Press, 1980).
- ↑ Ilan Rachum, The Renaissance, an Illustrated Encyclopedia, 1979, Octopus, (ISBN 0-7064-0857-8)
- ↑ J.R.Hale, Renaissance Europe, 1480–1520, 1971, Fontana (ISBN 0-00-632435-5)
- ↑ «Historic Centre of Urbino». UNESCO World Heritage Centre (στα Αγγλικά). Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 23 Νοεμβρίου 2021. Ανακτήθηκε στις 20 Φεβρουαρίου 2023.
- ↑ Marion Kaminski, Art and Architecture of Venice, 1999, Könemann, (ISBN 3-8290-2657-9)
Βιβλιογραφία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- Christy Anderson. Renaissance Architecture. Oxford 2013. (ISBN 978-0192842275)
- Sir Banister Fletcher; Cruickshank, Dan, Sir Banister Fletcher's a History of Architecture, Architectural Press, 20th edition, 1996 (first published 1896). (ISBN 0-7506-2267-9).
- Tadeusz Broniewski, Historia architektury dla wszystkich Wydawnictwo Ossolineum, 1990
- Arnaldo Bruschi, Bramante, London: Thames and Hudson, 1977. (ISBN 0-500-34065-X)
- Harald Busch, Bernd Lohse, Hans Weigert, Baukunst der Renaissance in Europa. Von Spätgotik bis zum Manierismus, Frankfurt af Main, 1960
- Trewin Cropplestone, World Architecture, 1963, Hamlyn. ISBN unknown
- Giovanni Fanelli, Brunelleschi, 1980, Becocci editore Firenze. ISBN unknown
- Christopher Luitpold Frommel, The Architecture of the Italian Renaissance, London: Thames and Hudson, 2007.
- Helen Gardner, Art through the Ages, 5th edition, Harcourt, Brace and World, inc., (ISBN 978-0-15-503752-6)
- Mieczysław Gębarowicz, Studia nad dziejami kultury artystycznej późnego renesansu w Polsce, Toruń 1962
- Ludwig Goldscheider, Michelangelo, 1964, Phaidon, (ISBN 0714832960)
- J.R.Hale, Renaissance Europe, 1480–1520, 1971, Fontana (ISBN 0-00-632435-5)
- Arnold Hauser, Mannerism: The Crisis of the Renaissance and the Origins of Modern Art, Cambridge: Harvard University Press, 1965, (ISBN 0-674-54815-9)
- Brigitte Hintzen-Bohlen, Jurgen Sorges, Rome and the Vatican City, Konemann, (ISBN 3-8290-3109-2)
- Janson, H.W., Anthony F. Janson, History of Art, 1997, New York: Harry N. Abrams, Inc.. (ISBN 0-8109-3442-6)
- Marion Kaminski, Art and Architecture of Venice, 1999, Könemann, (ISBN 3-8290-2657-9)
- Wilfried Koch, Style w architekturze, Warsaw 1996, (ISBN 83-7129-288-0)
- Andrew Martindale, Man and the Renaissance, 1966, Paul Hamlyn, ISBN
- Anne Mueller von der Haegen, Ruth Strasser, Art and Architecture of Tuscany, 2000, Konemann, (ISBN 3-8290-2652-8)
- Nikolaus Pevsner, An Outline of European Architecture, Pelican, 1964, (ISBN 978-0-14-020109-3)
- Ilan Rachum, The Renaissance, an Illustrated Encyclopedia, 1979, Octopus, (ISBN 0-7064-0857-8)
- Joseph Rykwert, Leonis Baptiste Alberti, Architectural Design, Vol 49 No 5–6, Holland St, London
- Howard Saalman, Filippo Brunelleschi: The Buildings, London: Zwemmer, 1993, (ISBN 0-271-01067-3)
- John Summerson, Architecture in Britain 1530–1830, 1977 ed., Pelican, (ISBN 0-14-056003-3)
- Paolo Villa: Giardino Giusti 1993–94, pdf with maps and 200 photos
- Robert Erich Wolf and Ronald Millen, Renaissance and Mannerist Art, 1968, Harry N. Abrams, ISBN not known
- Manfred Wundram, Thomas Pape, Paolo Marton, Andrea Palladio, Taschen, (ISBN 3-8228-0271-9)
Περαιτέρω ανάγνωση
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- Alberti, Leon Battista. 1988. On the Art of Building in Ten Books. Translated by Joseph Rykwert. Cambridge, MA: MIT Press.
- Anderson, Christy. 2013. Renaissance Architecture. Oxford: Oxford Univ. Press.
- Buddensieg, Tilmann. 1976. "Criticism of Ancient Architecture in the Sixteenth and Seventeenth Centuries." In Classical Influences on European Culture A.D. 1500–1700, 335–348. Edited by R. R. Bolgar. Cambridge, UK: Cambridge Univ. Press.
- Hart, Vaughan, and Peter Hicks, eds. 1998. Paper Palaces: The Rise of the Architectural Treatise in the Renaissance. New Haven, CT: Yale Univ. Press.
- Jokilehto, Jukka. 2017. A History of Architectural Conservation. 2d ed. New York: Routledge.
- Koortbojian, Michael. 2011. "Renaissance Spolia and Renaissance Antiquity (One Neighborhood, Three Cases)." In Reuse Value: Spolia and Appropriation in Art and Architecture, from Constantine to Sherrie Levine. Edited by Richard Brilliant and Dale Kinney, 149–165. Farnham, UK: Ashgate.
- Serlio, Sebastiano. 1996–2001. Sebastiano Serlio on Architecture. 2 vols. Translated by Vaughan Hart and Peter Hicks. New Haven, CT: Yale Univ. Press.
- Smith, Christine. 1992. Architecture in the Culture of Early Humanism: Ethics, Aesthetics, and Eloquence 1400–1470. New York: Oxford Univ. Press.
- Waters, Michael J. 2012. "A Renaissance Without Order Ornament, Single-Sheet Engravings, and the Mutability of Architectural Prints." Journal of the Society of Architectural Historians 71:488–523.
- Tafuri, Manfredo. 2006. Interpreting the Renaissance: Princes, Cities, Architects. New Haven: Yale University Press.
- Wittkower, Rudolf. 1971. Architectural Principles In the Age of Humanism. New York: Norton.
- Yerkes, Carolyn. 2017. Drawing after Architecture: Renaissance Architectural Drawings and their Reception. Venice: Marsilio.
Εξωτερικοί σύνδεσμοι
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
